διάβροχος

διάβροχος, ον, ([etym.] διαβρέχω)
A very wet, moist,

ὄμμα E.El.503

;

ἄγκος ὕδασι δ. Id.Ba.1051

, cf. Call.Del.48;

γῆ Hp.

Aër.10, Arist.SE167b7.
2 soaked, sodden,

ναῦς δ.

leaky,

Th.7.12

;

σάρξ Arist.Pr.870a11

: metaph., ἔρωτι, μέθῃ δ., Luc.Tox.15, Bis Acc.17.
3 tearful,

δ. δάκρυσι Hld.1.26

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάβροχος — very wet masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάβροχος — η, ο (AM διάβροχος, ον) [διαβρέχω] βρεγμένος, καταμουσκεμένος αρχ. 1. δακρυσμένος 2. μεθυσμένος 3. αυτός που κατέχεται υπερβολικά από κάποιο πάθος …   Dictionary of Greek

  • διάβροχον — διάβροχος very wet masc/fem acc sg διάβροχος very wet neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβρόχοις — διάβροχος very wet masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβρόχοισι — διάβροχος very wet masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβρόχου — διάβροχος very wet masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβρόχους — διάβροχος very wet masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβρόχων — διάβροχος very wet masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβρόχῳ — διάβροχος very wet masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάβροχα — διάβροχος very wet neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάβροχοι — διάβροχος very wet masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.